Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017


Σας περιμένουμε!!!

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017


Αρχαιότητα - Ρωμαϊκή εποχή - Βυζαντινή αυτοκρατορία - Οθωμανική αυτοκρατορία    
        Η αρχαία Προύσα ιδρύθηκε στη νότια πλαγιά του βουνού Όλυμπος, από τον βασιλιά της Βιθυνίας, Προυσία Α΄ (236 - 180 π.Χ.). Τελευταίος βασιλιάς της Προύσας ήταν ο απόγονος του Προυσία, Νικομήδης ο Γ’, ο Φιλοπάτωρ, ο οποίος, αν και νικήθηκε το 88 π.Χ. από τον Μιθριδάτη, την επανέκτησε με τη βοήθεια των Ρωμαίων το 74 π.Χ. 

        Την περίοδο της Ρωμαϊκής κατοχής της, η Προύσα ευεργετήθηκε, διότι διέθετε δική της βουλή, και, όπως έλεγε ο γεωγράφος Στράβων, ήταν πόλη ευνομούμενη. Αυτό το χρωστούσε σε ένα δικό της παιδί, τον Δίωνα τον Χρυσόστομο ή Κοκκειανό, ο οποίος συνδεόταν φιλικά με τον αυτοκράτορα.Την εποχή που ζούσε ο Δίων, η Προύσα ήταν καθαρά ελληνική πόλη, διότι οι Έλληνες, που είχαν έρθει από τα παράλια, εξελλήνισαν τελείως τις βαρβαρικές φυλές, οι οποίες κατοικούσαν στη Βιθυνία από την εποχή του Ξενοφώντα. Σπουδαία ήταν τα λουτρά της, που την κατέστησαν λαμπρή λουτρόπολη και τόπο αναψυχής για τους Ρωμαίους κατακτητές.

         Με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Προύσα έχασε την αίγλη της. Την ξεπέρασαν πόλεις, όπως η Νίκαια και η Νικομήδεια, οι οποίες είχαν γίνει κέντρα της χριστιανικής λατρείας. Πολιτικά ανήκε στην 31η Επαρχία Βιθυνίας και εκκλησιαστικά στην Μητρόπολη Νικομήδειας. Μετά την εξάπλωση του Χριστιανισμού, η Προύσα έγινε το 1087 έδρα επισκοπικού θρόνου με το όνομα “Θεουπόλεως” και αργότερα “Προύσας”. Η εκκλησιαστική επαρχία Προύσας, 13η κατά την τάξη, σύμφωνα με το Συνταγμάτιο του Οικουμενικού Θρόνου, περιελάμβανε 13 κωμοπόλεις και χωριά, από τα οποία τα σπουδαιότερα ήταν η Τρίγλια, η Σιγή, το Παλλαδάρι, οι Ελιγμοί και τα Μουδανιά.
        Εν τω μεταξύ, είχε εξελιχθεί σε έναν εξαίρετο τόπο αναψυχής και την επισκέπτονταν συχνά πολλοί Βυζαντινοί αυτοκράτορες, ενώ ο Όλυμπος είχε γεμίσει με μοναστήρια απ’ όπου πέρασαν πολλοί άγιοι της θρησκείας μας, αφήνοντας την ευλογία τους.

            Όπως όλες οι πόλεις της Μικράς Ασίας, έτσι ήρθε και η σειρά της Προύσας να δεχθεί τις επιθέσεις των Οσμανίδων Τούρκων. Τα φρούρια, που ήταν κτισμένα γύρω στην περιοχή, για να προστατεύουν την Προύσα, όπως της Κίτας, των Κουβουκλίων, το Λοπάδι, το Καστράδι, το Καρογλάνη, και να την ανεφοδιάζουν με τρόφιμα, άρχισαν σιγά / σιγά να πέφτουν στα χέρια των Τούρκων. Επί Ανδρόνικου Β’, στις 6 Απριλίου του 1326, η ιστορική πόλη της Βιθυνίας έπεσε στα χέρια του γιου του Οσμάν, του Ορχάν, ο οποίος την κατέστησε πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους. Οι φήμες έλεγαν ότι η μάνα του Ορχάν ήταν χριστιανή και έχτισε κοντά στην Προύσα ένα μοναστήρι, που το ονόμασαν Ορχάνιε. Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένα τεράστιο καμπαναριό και, όταν χτυπούσε κάθε Παρασκευή, ερχόταν εδώ ο Ορχάν, για προσευχηθεί.

          Όταν κατακτήθηκε η Κωνσταντινούπολη, η Προύσα έπαψε να είναι η πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους, διατήρησε όμως τον ιερό της χαρακτήρα, εξαιτίας των μεγαλοπρεπών τεμένων και μαυσωλείων πολλών ηγεμόνων και μαχητών.

          Οι Έλληνες, μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους (1326), αποτελούσαν αξιόλογη κοινότητα και στο τέλος του 16ου αιώνα υπολογίζονταν, σύμφωνα με έγγραφα, γύρω στις δυο χιλιάδες. Το 1576 η ορθόδοξη ελληνική κοινότητα αναφέρεται από το Γερμανό πάστορα Γκέρλαχ, που πέρασε από την Προύσσα, και το 1701, κατά τον περιηγητή Τουρνεφόρ, υπήρχαν στην πόλη τριακόσιες ελληνικές οικογένειες. Στις αρχές του 20ου αιώνα ζούσαν στην Προύσα 5.000 Ορθόδοξοι χριστιανοί. Η Προύσα είχε τρεις ελληνικές συνοικίες, του Μπαλούκ Παζάρ, του Καγιά Μπασί και του Ντεμίρ Καπού.

          Ως το 1642 σωζόταν μόνο μια ορθόδοξη εκκλησία, οι Άγιοι Απόστολοι, που βρισκόταν στη συνοικία του Καγιά Μπασί, κάτω ακριβώς από τα τείχη της ακρόπολης. Αργότερα αναφέρονται τρεις ακόμα:
• των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, η οποία βρισκόταν στη συνοικία Ντεμίρ Καπού και είχε κτιστεί στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ορχάν. Ο πρώτος αυτός ναός ανακαινίστηκε το 1835, επί αρχιερατείας του Άνθιμου Κουταλιανού, και, σύμφωνα με την Παράδοση, Τούρκοι και Έλληνες έφερναν εδώ ψυχικά αρρώστους, για να θεραπευτούν. Μέρος του ναού αυτού σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί αποθήκη του τουρκικού στρατού. 
• στη συνοικία Μπαλούκ Παζάρ ήταν ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος είχε κτιστεί το 1705, επί αρχιερατείας του Προύσας Κυρίλλου.
Ο ναός αυτός είχε κτιστεί στα ερείπια ενός ναού αφιερωμένου στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και υπέστη πολλές καταστροφές από πυρκαγιές και σεισμούς.
• Και της Παναγιάς Προυσιώτισσας, όπου βρισκόταν η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς, που αρχαία παράδοση τη θέλει έργο του ευαγγελιστή Λουκά. Αυτή η Ευλογημένη, Ιερή Εικόνα της Θεοτόκου βρισκόταν μέχρι το 829 μ.Χ. στην περίφημη εκκλησία  της Προύσσας και έκανε πολλά θαύματα. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στο Βυζάντιο ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος ο οποίος έβγαλε διαταγή να καταστραφούν και να καούν όλες οι εικόνες. Τότε κάποιος γόνος πλούσιας ελληνικής οικογένειας με τους υπηρέτες του πήρε την Ιερή εικόνα για να την φέρει στην Ελλάδα και μόνο στην Ελλάδα. Κατά την διαδρομή του προς την Ελλάδα, άγνωστο πως -μόνο ο Παντογνώστης Θεός γνωρίζει- ο νέος έχασε την εικόνα. Στο μεταξύ, όμως, η εικόνα, με τρόπο  θαυματυργικό, ήρθε και εγκαταστάθηκε στη σπηλιά της Eυρυτανίας, εκεί όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, στην περίφημη μονή Προυσού.

Νεότερα χρόνια
       Ξεχωριστή ακμή είχε η Προύσα στον 18ο και 19ο αιώνα. Η Προύσα αποτελούσε ξεχωριστό εμπορικό κέντρο μεταξιού και μπαχαρικών. Σημαντικό μέρος του εμπορίου βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Εβραίων (οι Έλληνες ήταν 5.500, οι Αρμένιοι 7.500 και οι Εβραίοι 3.000). Οι κάτοικοι της Προύσας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την αμπελουργία και τη σηροτροφία. Φημισμένα ήταν τα κρασιά της Προύσας, που συναγωνίζονταν τα γαλλικά, όπως και τα μεταξωτά της, που την έκαναν γνωστή σε όλον τον κόσμο.

         Στα 52 εργοστάσια παραγωγής μεταξιού, που τα περισσότερα ήταν ελληνικά, εργάζονταν πολλές ελληνοπούλες από την Προύσα και τα γύρω χωριά. Η εμπορική διακίνηση της πόλης γινόταν μέσω του λιμανιού των Μουδανιών, με τα οποία η Προύσα συνδεόταν σιδηροδρομικώς.

         Αξιόλογη ήταν και η ελληνική παιδεία. Το 1804 λειτουργούσε η Σχολή της Προύσας, απ' όπου αποφοίτησαν οι λόγιοι Νικόλας Κριτίας και Χρύσανθος Καμαράσης. Το 1874 η «Γενική Φιλανθρωπική Εταιρεία Βιθυνίας» ίδρυσε την «Κεντρική Σχολή» (μέσης εκπαίδευσης) κι από το 1903 ως τη Μικρασιατική Καταστροφή λειτούργησαν τα «Ευγενίδεια Εκπαιδευτήρια», πνευματικός φάρος της περιοχής.

         Το 1912 στο βιλαέτι (διοικητική περιφέρεια) της Προύσας ζούσαν 280.000 Ελληνες. H κατάσταση για τους Έλληνες είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, κυρίως μετά την παραχώρηση προνομίων από την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, με το διάταγμα του Ηatt-i Ηumayun το 1856, που εξασφάλιζε ισότητα μεταξύ των υπηκόων της. Ο ελληνισμός προοδεύει, αποκτά υψηλό μορφωτικό επίπεδο και καταλαμβάνει επίλεκτες θέσεις στο εμπόριο. Μετά όμως το 1912 αρχίζει πλέον, η στρατηγική εκκαθάρισης του ελληνικού στοιχείου, με πρώτο κρούσμα στη Φώκαια το 1912. Ο Κεμάλ οργάνωσε συστηματική εκκαθάριση των Ελλήνων ξεκινώντας από τον Εύξεινο Πόντο. Οι Τούρκοι, μαζί με τους Γερμανούς τοποθετούσαν τους Έλληνες σε τάγματα εργασίας (ή αλλιώς στρατόπεδα συγκέντρωσης με άλλα λόγια), που ουσιαστικά τους εξόριζαν σε αναγκαστική εργασία στην έρημο, με σκοπό βέβαια το θάνατό τους. Φυσικά ο Κεμάλ επιπλέον σκότωνε εν ψυχρώ μαζί με τον άτακτο τουρκικό στρατό (τους Τσέτες) όλους τους Έλληνες και Αρμένιους της Μικράς Ασίας.

      Εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας σύμφωνα με τις εκθέσεις που συγκέντρωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως το 1919, τουλάχιστον 774.235 -- πιθανώς όμως περισσότερα -- άτομα. Από αυτούς ένα μικρό ποσοστό μόνον, ανεξακρίβωτο μέχρι σήμερα, επέζησε. Απελάθηκαν η κατέφυγαν στην Ελλάδα γύρω στις 400.000 άτομα, πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή.

           Στις 24 Ιουνίου - 10 Αυγούστου η Προύσα καταλαμβάνεται από τον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες κάτοικοι γιόρτασαν την κατάληψη της πόλης με λαμπαδηδρομίες, εκτός δε αυτού οκτώ ηλικίες στρατεύσιμων Ελλήνων, παρότι ήταν Οθωμανοί υπήκοοι, προσχώρησαν στις τάξεις του ελληνικού στρατού και πολέμησαν εναντίον του Κεμάλ.

           Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι Έλληνες της Προύσας κατέφυγαν στα Μουδανιά και στην Κίο, κι από κει στην Ελλάδα. Σε κάποια γειτονιά της Προύσας υπάρχουνε ακόμα μερικά ελληνικά σπίτια και το «μαυσωλείο» του Καραγκιόζη. Γραφικά σοκάκια με πανέμορφα καλοδιατηρημένα Ελληνικά σπίτια με νεοκλασική αρχιτεκτονική. Εκεί όλα φέρνουν τη σφραγίδα του αλησμόνητου. Σε πείσμα του χρόνου και της λήθης, τα ίχνη, τα χρώματα και τ’ αρώματα τα Ελληνικά ανιχνεύονται ακόμα στις γειτονιές.

Σήμερα
         Σήμερα η  Προύσα είναι μεγάλο βιομηχανικό κέντρο της ΒΔ Τουρκίας με περίπου 320.000 κατ. Είναι χτισμένη στους πρόποδες του Ολύμπου της Βιθυνίας και έχει για επίνειο τα Μουδανιά στην Προποντίδα. Το τοπίο της μοιάζει με το Πήλιο. Τα πλούσια νερά που κατεβαίνουν απ' τον Όλυμπο και οι άφθονες βροχές που πέφτουν, κάνουν την περιοχή της Προύσας απ' τις πιο εύφορες. Έχει πλούσια βλάστηση και παράγονται σιτηρά, λάδι και φρούτα. Η Προύσα όμως φημίζεται κυρίως για το μετάξι της και τ' αραχνοΰφαντα της μεταξωτά υφάσματα. Επίσης φτιάχνονται και ωραίες βαμβακερές πετσέτες.

        Στο κέντρο της πόλης βρίσκεται χτισμένη η ακρόπολη (Χισσάρ), όλη τριγυρισμένη από βυζαντινά τείχη. Η ακρόπολη διαιρεί την Προύσα σε δύο μέρη: το ανατολικό και το δυτικό. Στο ανατολικό βρίσκεται η παλιά πόλη, με τα τζαμιά, τα δημόσια ιδρύματα και τα ξενοδοχεία. Στο δυτικό βρίσκονται κυρίως τα προάστια. Επειδή η Προύσα ήταν πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους για πολλά χρόνια, έχει στολιστεί με ωραία κτίρια και θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεμένη κλπ.). Εκεί βρίσκονται και τάφοι πολλών σπουδαίων Τούρκων (σουλτάνων, βεζύρηδων κλπ.).

Πηγή: Χουρμουζιάδου Δέσποινα, 2010, Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο sch.gr, Τσακήλι Τσατάλτζας



Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Η Μονή Προυσού βρίσκεται στην Ευρυτανία, 31 χιλιόμετρα νότια του Καρπενησίου και αποτελεί πνευματικό και προσκυνηματικό κέντρο ολόκληρης της περιοχής. Είναι χτισμένη σε ένα τοπίο επιβλητικό, σε απόκρημνη, βραχώδη περιοχή μεταξύ των βουνών Χελιδόνα, Καλιακούδα και της οροσειράς του Παναιτωλικού, η οποία είναι κατάφυτη από έλατα. Η Ιερά Μονή Προυσού είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου (στην Απόδοση της Κοίμησης).

Κατά την παράδοση το όνομα της Μονής οφείλεται στη θαυματουργή εικόνα της «Παναγίας Προυσιώτισσας». Η εικόνα αυτή κατάγεται από την Προύσα της Μικράς Ασίας και εικάζεται ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Η Μονή ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα. Την εποχή εκείνη αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Θεόφιλος (829-842), ο οποίος ήταν εικονομάχος. Η εικόνα της Παναγίας βρισκόταν σε ναό της Προύσας, αλλά υπό τον φόβο ότι θα καταστραφεί βάσει διατάγματος του αυτοκράτορα, φυγαδεύτηκε στη Στερεά Ελλάδα


Τα «Πατήματα της Παναγίας», αλλά και το εικόνισμά της συναντάει ο επισκέπτης στο μονοπάτι που οδηγεί στη Μονή Προυσού στο Καρπενήσι

Πάνω σε κάθετο βράχο έχουν διαμορφωθεί επτά σχήματα διαφορετικού χρώματος με τη μορφή πατημασιάς, που δείχνουν ακριβώς τα βήματα της Παναγίας, τα ίχνη που άφησε στο δρόμο της για τον Προυσό. Πρόκειται για ένα περίεργο γεωλογικό φαινόμενο που όμως κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να ερμηνεύσει.
Το σημείο που βρίσκεται μόλις 10 χλμ από το μοναστήρι του Προυσού είναι επισκέψιμο και πλήθος πιστών δεν παραλείπουν να κάνουν μία στάση για να προσκυνήσουν με ευλάβεια και ταπείνωση. Μπρελόκ αυτοκινήτων, κλειδιά και κέρματα είναι μόνο μερικά από τα προσωπικά αντικείμενα που αφιερώνουν στην Παναγία οι προσκυνητές. Δειλά-δειλά ανάμεσά τους ξεπροβάλλουν κούκλες μικρών παιδιών «εκλιπαρώντας» για την προστασία των νεαρότερων πιστών.
Το «ταξίδι» της θαυματουργής εικόνας
Το 829 μ.Χ., περίοδος της εικονομαχίας, ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεόφιλος προστάζει να κατέβουν όλες οι βυζαντινές εικόνες και να καούν.

Ένα πλουσιόπαιδο αποφάσισε να σώσει την εικόνα της Παναγίας και τη φυγάδευσε στην Ελλάδα. Ο νέος αποκοιμήθηκε και η εικόνα εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Έπειτα από μερικά χρόνια, ο νέος ξαναβρήκε την εικόνα σε δύσβατο σημείο της ορεινής Ευρυτανίας, όμως για κακή του τύχη το ιερό κειμήλιο «έκανε φτερά» για δεύτερη φορά. Η αρχική του σκέψη ότι οι ντόπιοι την έκλεψαν, ξεθώριασε όμως γρήγορα εξαιτίας ενός οράματος. Ο νέος οραματίστηκε την Παναγία να του λέει πώς διάλεξε αυτό τον τόπο για να «γίνει το Σπίτι της» και εάν ήθελε μπορούσε και ο ίδιος να μείνει κοντά Της. Μαζί με έναν υπηρέτη του έχτισαν τον Οίκο της Παναγίας, στον τόπο που η ίδια τους υπέδειξε. Το σπήλαιο όπου «κρυβόταν» η εικόνα μέχρι να τους φανερωθεί, έγινε αργότερα η Μονή Προυσού, αντλώντας το όνομά της από τη θαυματουργή εικόνα της «Παναγίας της Προυσιώτισσας», και εκείνοι έγιναν οι πρώτοι μοναχοί. Ήταν πια, ο Διονύσιος και ο Τιμόθεος.
Το «δώρο» του Καραϊσκάκη στη Μονή
Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, η Μονή έγινε καταφύγιο για πάρα πολλούς αγωνιστές, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Λάμπρος Κατσαντώνης και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Μάλιστα λέγεται ότι ο Γ. Καραϊσκάκης, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη φιλοξενία που του παρείχε η Μονή που είχε σαν αποτέλεσμα και τη γρήγορη ανάρρωσή του από τη θέρμη που τον ταλαιπωρούσε κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα, δώρισε το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας. Όπλα του Καραϊσκάκη μπορεί να δει κανείς στο σκευοφυλάκιο της Μονής κάτι που μαρτυρά ότι πέρασε από εκεί.
Η Παναγία «προστατεύει» το σπίτι της
Κατά περιόδους η Μονή γνώρισε πολλές καταστροφές και λεηλασίες, κυρίως από τα τουρκικά και τα γερμανικά στρατεύματα.
Η Παναγία που έβλεπε να καταστρέφεται το σπίτι της από το αβυσσαλέο μίσος των κατακτητών δε μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ένας Γερμανός αξιωματικός επιχείρησε να πυρπολήσει την εκκλησία. Όμως όσες φορές και εάν το προσπάθησε το «αόρατο χέρι» της Παναγίας τον εμπόδιζε, πετώντας τον με δύναμη στο δάπεδο την ώρα που ζητούσε από τους υποτελείς του να μετατρέψουν τα θεμέλια του μοναστηριού σε στάχτη.
Πηγή: wikipedia, newsbomb.gr

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017


Ακολουθούν 3 βίντεο από το Κανάλι του Συλλόγου στο Youtube

Λαμία, 1-7-2017







Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Απόλυτα επιτυχημένη παρά τον αφόρητο καύσωνα, η 1η Πανελλήνια Συνάντηση Μκρασιατικών Συλλόγων  «Καλώς Ανταμωθήκαμε «στη Λαμία.
Από το πρωί του Σαββάτου δεκάδες λεωφορεία με αποστολές Μικρασιατικών Σωματείων από όλη την Ελλάδα (Αττική, Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο, Ηπειρος, Θεσσαλία, Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα), κατέφθασαν στη Λαμία και τις γύρω περιοχές  για την πρώτη μεγάλη και συντονισμένη Πανελλήνια συνάντηση των Μικρασιατών που διοργάνωσε η Ενωση Μικρασιατών Λαμίας υπό την αιγίδα της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδας και του Δήμου Λαμιέων.
Το απόγευμα του Σαββάτου στην πλατεία Ελευθερίας συγκεντρώθηκαν οι αποστολές των Συλλόγων και ξεκίνησε μια μικρή πατινάδα (παρέλαση) στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, ανοίγοντας την εκδήλωση. Την ίδια ώρα στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Λαμιέων πραγματοποιήθηκε συνάντηση των προεδρείων των Σωματείων, συζητήθηκαν οι άξονες που θα κινηθούν οι επόμενες συναστήσεις και αποφασίστηκε  το Σωματείο και ο Τόπος που θα φιλοξενήσει την 2η συνάντηση (Κατερίνη, Σύλλογος Μικρασιατών Πιερίας).
Στη συνέχεια οι αποστολές συγκεντρώθηκαν στην είσοδο της Πανελλήνιας Εκθεσης Λαμίας και η εκδήλωση ξεκίνησε με μια ακόμη πατινάδα και την εντυπωσιακή είσοδο τους στο χώρο της εκδήλωσης.
Πηγή: mikrasiatis.gr

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Κωνσταντινάτου «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» συμμετείχε με το χορευτικό του τμήμα στην 1η πανελλήνια συνάντηση μικρασιατικών συλλόγων που πραγματοποιήθηκε στη Λαμία το Σάββατο 1 Ιουλίου 2017. Κόσμος από το Κωνσταντινάτο πήγε στη Λαμία για να δει και να εμψυχώσει τους χορευτές μας! Για να δείτε βίντεο από τη συμμετοχή του συλλόγου μπείτε στο Κανάλι μας στο Youtube.




Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Η πιο «ωραία» εκκλησία της Μικράς Ασίας που επί χρόνια μετά την μικρασιάτικη καταστροφή ήταν χαμένη και λησμονημένη στα ερείπια της, «αναδύθηκε» ξανά στην επιφάνεια της επικαιρότητας και μάλιστα με τον ένα εντυπωσιακό τίτλο που της έδωσαν οι ίδιοι οι Τούρκοι χαρακτηρίζοντας την σαν την ωραιότερη εκκλησία της Μικράς Ασίας, «En güzel kilise». Πρόκειται για την εκκλησία της Παναγίας στην χερσόνησο της Κυζίκου στην Zeytinliada, στην πόλη Αρτάκη, (Erdek).
Οι ανασκαφές για την ανεύρεση της εκκλησίας αυτής άρχισαν, όπως αναφέρει η τουρκική εφημερίδα, Vatan, από το 2006 και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό όπως το τονίζουν οι ίδιοι οι Τούρκοι, καθώς τα ευρήματα δείχνουν πως πραγματικά η εκκλησία της Παναγίας θα πρέπει να ήταν μια από τις πιο μεγαλοπρεπείς ελληνορθόδοξες εκκλησίες της περιοχής. Τις ανασκαφές για την εύρεση της εκκλησίας επόπτευαν, όπως αναφέρεται στην τουρκική εφημερίδα, ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Ερζερούμ και διευθυντής των τουρκικών μουσείων, Nurettin Öztürk, ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Πολιτισμού, Ertügrul Günay, καθώς και ο δήμαρχος του Erdek.
Η εκκλησία αυτή ήταν ένα άριστο αρχιτεκτονικό δείγμα της πρώτης βυζαντινής περιόδου με την επικράτηση του χριστιανισμού στην περιοχή της Κυζίκου και ο ρυθμός της, όπως υποστήριξαν οι υπεύθυνοι των ανασκαφών, είναι παρόμοιος σε με τον βυζαντινό ρυθμό της άγιας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι ελπίζουν ότι με την ανάδειξη αυτής της εκκλησίας θα δοθεί μεγάλο τουριστικό ερέθισμα για να την επισκεφτούν οι χριστιανοί προσκυνητές.
Η εκκλησία αυτή της Παναγιάς υπάγονταν στην μητρόπολη της Κυζίκου η οποία υπάγονταν εκκλησιαστικώς στη Μητρόπολη Εφέσου. Τον 4ο αιώνα έγινε Μητρόπολη και τον 5ο αιώνα τοποθετήθηκε στην 5η θέση μεταξύ των υπό τον Κωνσταντινουπόλεως Μητροπόλεων. Η Μητρόπολη Κυζίκου είχε στη δικαιοδοσία της κατά τον 7ο αιώνα 12 Επισκοπές. Κάποιες από αυτές, (όπως η Άβυδος), προήχθησαν αργότερα σε Μητροπόλεις. Από το 688 μέχρι το 695 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στην Κύζικο με μεγάλο μέρος του ποιμνίου του λόγω των Αραβικών επιδρομών, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου στον οποίο ανατέθηκε η διαποίμανση της Μητροπόλεως Κυζίκου. Την εντολή της εγκατάστασης αυτής έδωσε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός και για το λόγο αυτό η περιοχή ονομάστηκε Νέα Ιουστινιανή ή Νέα Ιουστινιανούπολις.
Κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα με τις τουρκικές επιδρομές οι Επισκοπές της Μητροπόλεως Κυζίκου μειώθηκαν σημαντικά ενώ από τον 15ο αιώνα και καθ’ όλη την Οθωμανική περίοδο δεν είχε Επισκοπές στη δικαιοδοσία της. Μετά την καταστροφή της Κυζίκου η έδρα του Μητροπολίτου μεταφέρθηκε στην Αρτάκη. Τον Μάρτιο του 1913 αποσπάστηκε το Δυτικό τμήμα της Μητροπόλεως Κυζίκου και αποτέλεσε τη Μητρόπολη Δαρδανελλίων και Λαμψάκου. Μετά την αποχώρηση των Ελλήνων από την περιοχή, η εκκλησία της Παναγίας απέμεινε σαν ένα ερείπιο να θυμίζει παλιές ένδοξες εποχές.
Σήμερα με αυτόν τον τόσο απροσδόκητο τρόπο η εκκλησία αυτή, σύμβολο της ελληνικής ορθοδοξίας της Κυζίκου, ξαναήρθε στην επικαιρότητα για να γίνει ξανά τόπος προσκυνήματος των πιστών.
Πηγή: nikosxeiladakis.gr

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Κατίνα Εμφιετζή-Μητσάκου: Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών ετών. Η μαρτυρία της στηρίζεται σ’ αυτά που της περιέγραψε η μητέρα της Αναστασία. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εμφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό. Ως Τούρκος υπήκοος κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν. Λιποτάκτησε , τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν. Τα όσα υπέφερε η οικογένειά της τα περιέγραψε λίγο πριν πεθάνει :

«… Από την Προύσα φύγαμε το Σεπτέμβριο του ’22, όταν κατέρρευσε το μέτωπο. Ένας γνωστός μας στρατιωτικός ειδοποίησε να τα μαζέψουμε και να κατεβούμε στην παραλία για να μας φυγαδέψει. Ήρθαν τα καράβια, τα γαλλικά, τα εγγλέζικα. Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε.«Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου; Την άλλη μέρα, πλησίασε ένα ελληνικό καράβι. Μπήκαμε μέσα, βρήκαμε μια θέση να καθίσουμε. Μια οικογένεια έστρωσε να φάνε. Λένε στη θεία Ελένη: εσύ έχεις ένα παγούρι νερό, δώσε μας να πιούμε και να πάμε να σας φέρουμε . Απ’ το καράβι, όμως, πού να φέρεις νερό; Το’ δωσε η θεία και μείναμε χωρίς νερό. Η μάνα μου έπαθε αφυδάτωση. Ο ξάδερφος μου, ο Σωτήρης, με το Ζαχαρία να πηγαίνουν στις μηχανές και να βάζουν κυπελλάκια να μαζέψουν τα υγρά που πέφτανε, να της φέρουν να πιει.

Βγήκαμε στη Ραιδεστό με το καράβι, κατεβήκαμε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσμος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία με τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαμε να μπούμε πάλι στα τρένα. Δεν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόμα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαμε στην Ελλάδα… Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που μένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεμοφόδια. Κάθε μέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό,τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαμε θανάτους πολλούς. Κάποια φορά, η μητέρα με τον Ζαχαρία και οι θείοι μου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη μητέρα μου μετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βρωμεροί, τσαλακωμένοι, πατημένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εμπιστευόταν έναν πρόσφυγα; Η εγκατάσταση στην Ελλάδα: τα πρώτα χρόνια και ο ρατσισμός Κι έτσι πήγαμε στα Σέρρας – μας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια – και στην αρχή μείναμε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν μια οικογένεια, στα δωμάτια μια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαμε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώματα είχε γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το μισό δωμάτιο δεν είχε πάτωμα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσμο που ήθελε να χτίσει!

Αλλά κι αφού ήρθαμε στα Σέρρας, οι ντόπιοι δε μας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισμός πώς ήταν! Εγώ μέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόμικς, ούτε γραμματική είχα, τα μαθηματικά μας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σημειώναμε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και μουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν μπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαμε στην πατρίδα!».

Πηγή: ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ Αλησμόνητες Πατρίδες

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017


Στο Ναστραντίν Χότζα είχαμε αναφερθεί και παλαιότερα (Ο Ναστραντίν Χότζας και τα παραμύθια από τη Μ. Ασία που έχουμε ακούσει όλοι). Ο Ναστραντίν Χότζας είναι γνωστός στο Κωνσταντινάτο σαν ένας κουτοπόνηρος ήρωας διασκεδαστικών λαϊκών παραμυθιών τα οποία έφεραν οι πρόγονοί μας από τη Μικρά Ασία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τις πιο γνωστές ιστορίες του Ναστραντίν Χότζα στο Κωνσταντινάτο.

Το ξύλο των καμηλιέρηδων
Μια μέρα ο Ναστραντίν Χότζας είχε ανέβει στην κορυφή ενός δέντρου κρατώντας ένα τσεκούρι και άρχισε να κόβει τον κορμό. Καθώς έκοβε, πέρασε ένας άνθρωπος και του λέει:
- Έι ΝαστραντίνΧότζα , τι κάνεις εκεί;
- Κόβω ξύλα.
- Καλά, κόβεις το ξύλο που πατάς; Θα πέσεις.
- Α όχι, δε θα πέσω.

Ο άνθρωπος έφυγε κι ο Ναστραντίν Χότζας συνέχισε το ξύλο. Και ξαφνικά έπεσε στο χώμα μαζί με το ξύλο! Κατευθείαν έτρεξε να προφτάσει τον άνθρωπο που πριν λίγο είχε δει. Μόλις τον έφτασε του λέει:
- Ει, ει, γύρνα πίσω.
- Τι συμβαίνει;
- Εσύ εφόσον ήξερες ότι θα πέσω, ξέρεις και πότε θα πεθάνω!
- Τι είναι αυτά που λες, άνθρωπέ μου; Αυτό που είπα ήταν το λογικό. Δεν χρειαζόταν να το μαντέψω.
- Όχι, αποκλείεται! Ξέρεις, πες μου! 
- Εντάξει τότε. Αφού επιμένεις, θα σου πω. Πήγαινε φόρτωσε το γάιδαρο με βρεγμένη άμμο από το ποτάμι και πήγαινε το γάιδαρο να ανέβει το βουνό. Όσες φορές κλάσει ο γάιδαρος, σε τόσες μέρες θα πεθάνεις.
- Εντάξει.

Και ο Ναστραντίν Χότζας πήγε και φόρτωσε το γάιδαρο με άμμο και από εκεί και πάνω όσες φορές ο γάιδαρος έκλανε αυτός τις μετρούσε. Ο γάιδαρος έκλασε  σαράντα φορές. Κι αυτός μέχρι να περάσουν οι σαράντα μέρες έκανε προετοιμασίες. Έσκαψε τον τάφο του κι όταν πλησίαζαν οι μέρες, πήγε και ξάπλωσε στον τάφο και περίμενε να πεθάνει. Το βράδυ μόλις σουρούπωσε, άκουσε κάτι θορύβους που προέρχονταν από κάρα με καμήλες, τα οποία περνούσαν κάτω από το νεκροταφείο και κουβαλούσαν υαλικά και στάμνες. Ο Ναστραντίν ξεπρόβαλε για να δει τι γίνεται και βγαίνοντας τρόμαξε τις καμήλες. Οι καμήλες πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να χοροπηδάνε προς τα κάτω και σπάσανε όλο το φορτίο. Τότε, τον έπιασαν οι καμηλιέρηδες και τον ξυλοκόπησαν. Μετά από αυτό ο Νασρταντίν Χότζας πήγε στο χωριό του. Μόλις τον είδαν οι χωριανοί άρχισαν να τον ρωτάνε:
- Καλά Ναστραντίν, εσύ δεν πέθανες; Για πες μας, τι έχει στον άλλο κόσμο;
- Αφήστε τα, παιδιά. Στον άλλο κόσμο δίνουν πολύ ξύλο!

Η τεμπελιά του Ναστραντίν
Ο Ναστραντίν Χότζας ήταν γνωστός, πέρα από την κουτοπονηριά, και για την τεμπελιά του. Έτσι, μια μέρα που βαριόταν πολύ να πάει και να ταΐσει το γάιδαρό του, λέει στη γυναίκα του:
- Γυναίκα, πήγαινε να ταΐσεις εσύ το γάιδαρο.
- Όχι, δεν πάω. Κι εγώ βαριέμαι.

Για να αποφασίσουν, λοιπόν, ποιος θα πάει να ταΐσει το γάιδαρο συμφώνησαν ότι θα πάει όποιος μιλήσει πρώτος. Φεύγει, λοιπόν, η γυναίκα του Ναστραντίν από το σπίτι για μια δουλειά κι εκείνος μένει μόνος στο σπίτι. Κάποια στιγμή τον πλησιάζει η υπηρέτρια κρατώντας μια κατσαρόλα με τραχανά κι επειδή τον είδε χωρίς το καπέλο του άρχισε να τον ρωτάει πού είναι το καπέλο. Εκείνος για να μη μιλήσει, αφού αυτό ήταν το στοίχημα που είχε βάλει με τη γυναίκα του, προσπαθούσε να της εξηγήσει 
με νοήματα πού είναι το καπέλο του. Για κακή του τύχη, όμως, η υπηρέτρια δεν καταλάβαινε, μπερδεύτηκε και του έριξε τον τραχανά επάνω στο κεφάλι του. Και πάλι όμως ο Ναστραντίν δεν έβγαλε μιλιά! Μετά από λίγο μπαίνει στο σπίτι η γυναίκα του και βλέποντάς τον σε κακό χάλι, αναφώνησε: 
- Αμάν Ναστραντίν Χότζα! Τι έπαθες!
Και τότε πια μίλησε κι ο Ναστραντίν Χότζας:
- Εμπρός, γυναίκα! Πήγαινε εσύ τώρα να ταΐσεις το γάιδαρο.

Ο Ναστραντίν κι ο γάιδαρος
Μια φορά ο Ναστραντίν Χότζας αγόρασε ένα γαϊδουράκι και είπε:
- Αυτό το γαϊδουράκι θα το μάθω να μην τρώει. Θα το κλείσω μέσα και δε θα του δίνω φαΐ. Να δούμε: θα ζήσει ή όχι;

Έτσι, το ίδιο βράδυ δεν του έδωσε να φάει. Την άλλη μέρα δεν του έδωσε να φάει. Το άλλο βράδυ δεν του έδωσε. 
- Α, μάλιστα. Ζει τελικά και χωρίς φαΐ. Το έμαθα το γαϊδουράκι μου να μην τρώει.

Τέσσερις μέρες δεν το τάιζε το γαϊδουράκι. Την πέμπτη μέρα το βρήκε ψόφιο.
- Α, κρίμα! Μόλις συνήθισε να μην τρώει, ψόφησε! Τι θα κάνω τώρα;

Ο Ναστραντίν κοροϊδεύει τους συγχωριανούς του
Ένα πρωί ο Ναστραντίν Χότζας πήγε στο καφενείο στην πλατεία του χωριού δείχνοντας ότι είχε μεγάλη στεναχώρια. Οι συγχωριανοί του που ήταν εκεί άρχισαν να τον ρωτάνε:
- Τι έπαθες βρε Ναστραντίν Χότζα; Γιατί είσαι έτσι;
- Αφήστε τα, παιδιά. Πέθανε η μάνα μου και δεν έχω λεφτά για να τη θάψω.
- Μη στεναχωριέσαι. Θα σου δώσουμε εμείς τα λεφτά για να τη θάψεις.

Κατευθείαν οι συγχωριανοί του μάζεψαν χρήματα και του τα έδωσαν. Εκείνος, όταν έφτασε στο σπίτι, είπε στη μάνα του:
- Μάνα, βάλε τα καλά σου ρούχα και πήγαινε στην πλατεία για να σε δούνε όλοι και να πάρεις νερό με τη στάμνα από τη βρύση. 

Έτσι, η μάνα του Ναστραντίν Χότζα έβαλε τα «καλά» της και πήγε στην πλατεία να πάρει νερό. Μόλις την είδαν οι συγχωριανοί θύμωσαν, αφού κατάλαβαν ότι ο Ναστραντίν Χότζας τους κορόιδεψε για να τους πάρει χρήματα.

*Αν γνωρίζετε και άλλες ιστορίες του Ναστραντίν Χότζα που να είναι γνωστές στο Κωνσταντινάτο, μπορείτε να μας τις στείλετε μέσω email ώστε να τις αναρτήσουμε.

Επιμέλεια: Γιάννα Τάνσαρλη

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017


Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Κωνσταντινάτου διοργανώνει εκδρομή στη Λαμία το Σάββατο 1 Ιουλίου 2017 για την 1η Πανελλήνια Συνάντηση Μικρασιατικών Συλλόγων.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

-Σάββατο πρωί 1 Ιουλίου: Αναχώρηση 
-Μεσημέρι: Άφιξη στο ξενοδοχείο στα Καμένα Βούρλα 
-Απόγευμα Σαββάτου: Άφιξη στη Λαμία όπου ο Σύλλογός μας θα χορέψει στο 1ο Πανελλήνιο Αντάμωμα Μικρασιατικών Συλλόγων
-Σάββατο βράδυ: Συμμετοχή στο γλέντι που θα γίνει στον τόπο του ανταμώματος. Διανυκτέρευση στο ξενοδοχείο.
-Κυριακή πρωί: Αναχώρηση για τις Σέρρες


*Τιμή συμμετοχής: 50 ευρώ (περιλαμβάνει τη μεταφορά και το ξενοδοχείο)
*Όποιος ενδιαφέρεται να το δηλώσει εγκαίρως στο Δ.Σ. του Συλλόγου.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Κωνσταντῖνος Καρυωτάκης - Μαρμαρωμένε Βασιλιᾶ

Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.
Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,
κι ἐσφάλισε - ὀϊμένανε! - γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο,

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!

Γεώργιος Βιζυηνός - Ὁ τελευταῖος Παλαιολόγος (1882)

Στοὺς συμβολισμοὺς τῆς παραδόσεως, γιαγιὰ εἶναι οἱ παλαιὲς γενεὲς
καὶ ἐγγονὸς ἡ νέα γενιά, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κάνει τὸ καθῆκον της.
- Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιὰ τὸν Βασιλέα
ἢ μήπως καὶ σοῦ φάνηκε, σὰν ὄνειρο νὰ ποῦμε,
σὰν παραμύθι τάχα;
- Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα,
Πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶν, κι ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι
σὰν νἄταν χθὲς μονάχα.
- Ἀπέθανε, γιαγιά;
- Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμᾶται.
- Καὶ τώρα πιὰ δὲν ἠμπορεῖ
γιαγιάκα νὰ ξυπνήση;
- Ὤ, βέβαια! Καιροὺς καιρούς,
σηκώνει τὸ κεφάλι,
καὶ βλεπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή,
πὄχει ὁ Θεὸς ὁρίσει.
- Πότε, γιαγιά μου, πότε;
- Ὅταν τρανέψῃς, γιόκα μου,
νὰ ἀρματωθῇς, καὶ κάμῃς,
τὸν ὅρκο στὴν Ἐλευθεριά,
σὺ κι ὅλη ἡ νεολαία,
θὰ σώσετε τὴν χώρα.
Κι ὁ βασιλιὰς θὰ σηκωθεῖ
τὸν Τοῦρκο νὰ χτυπήσῃ.
Καὶ χτύπα-χτύπα, θὰ τὸν πά
πίσω στὴν κόκκινη μηλιά,
καὶ πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο,
ποὺ πιὰ νὰ μὴ γυρίσῃ!

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης - Θεόφιλος Παλαιολόγος

Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».
Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.
Πάρθεν
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη.
Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.
Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

Ὀδυσσέας Ἐλύτης - Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1969)

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν  ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου   Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ - κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους    κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους    Ἔναν     ποὺ τοῦ χαμογελούσε    τὸν
Ἀληθινόν    ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια    Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός    κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν    Καὶ μιὰ νύχτα    θυμᾶται    σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη    μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.
II
Θεέ μου καὶ τώρα τι    Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει    χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του    ποιός    αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει    τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει    Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα    ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ    μεσάνυχτα    νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα...)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα    Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του    Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ    σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος    μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα - ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!»    φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε    ξεκινημένη ἀπὸ μακριά    ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.
III
Τώρα    καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα    οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών    πιὸ μακρινῶν    τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες    φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο    τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν    Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε    στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται    πλῶρες μαύρων καραβιών    τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα    ὄθε    μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα    σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα    θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος

Αὐτὸς ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!

Θρῆνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως

(δημοτικό, ἔκδοση W. Wagner, Medieval Greek Texts, Λονδίνο 1870, σ. 147, 149)
Ἐκείνη ἡ μέρα ἡ σκοτεινή, ἀστραποκαϊμένη
τῆς τρίτης τῆς ἀσβολερῆς, τῆς μαυρογελασμένης,
τῆς θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης,
ἔχασε μάνα τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδὶν τὴ μάναν,
καὶ τῶν κυρούδων τὰ παιδιὰ ὑπᾶν ἀσβολωμένα,
δεμένα ἀπὸ τὸ σφόνδυλα ὅλα ἁλυσοδεμένα
δεμένα ἀπὸ τὸν τράχηλον καὶ τὸ οὐαὶ φωνάζουν.
μὲ τὴν τρομάραν τὴν πολλήν, μὲ θρηνισμὸν καρδίας·
[...]
νὰ πᾶτε ὅλοι κατ᾿ ἐχθρῶν, κατὰ τῶν Μουσουλμάνων,
καὶ δεῦτε εἰς ἐκδίκησιν, τρέχετε μὴ σταθῆτε,
τὸν Μαχουμέτην σφάξετε, μηδὲν ἀναμελεῖτε,
τὴν πίστιν των τὴν σκυλικὴν νὰ τὴν λακτοπατῆτε.
[...]
ὤ, Κωνσταντῖνε Δράγαζη, κακὴν τύχην ὁποῦ ῾χες,
καὶ τί νὰ λέγω, οὐκ ἠμπορῶ, καὶ τί νὰ γράφω οὐκ οἶδα,
σκοτίζει μου τὸ λογισμὸν ὁ χαλασμὸς τῆς πόλης.

Τὰ Εὐζωνάκια

(Δημοτικό)
Στὴν Ἅγια-Σοφιὰ ἀγνάντια βλέπω τὰ εὐζωνάκια. (δίς)
Τὰ εὐζωνάκια τὰ καημένα στοὺς πολέμους μαυρισμένα.
Κλέφτικο χορὸ χορεύουν καὶ ἀντίπερα ἀγναντεύουν. (δίς)
Κι ἀγναντεύοντας τὴν Πόλη τραγουδοῦν καὶ λένε:
-Τοῦτοι εἶναι οἱ χρυσοὶ οἱ θόλοι, ἄχ! κατακαημένη Πόλη, (δίς)
νὰ ἡ μεγάλη Ἐκκλησιά μας, πάλι θὰ γενεῖ δικιά μας.
Στὴν κυρὰ τὴ Δέσποινά μας, πὲς νὰ μὴ λυπᾶται. (δίς)
Στὶς εἰκόνες νὰ μὴν κλαῖνε, τὰ εὐζωνάκια μας τὸ λένε.
Κι ὁ παπὰς ποὺ εἶναι κρυμμένος μέσα στὸ ἅγιο βῆμα, (δίς)
τὰ εὐζωνάκια δὲ θ᾿ ἀργήσει νὰ βγεῖ νὰ τὰ κοινωνήσει.
Καὶ σὲ λίγο βγαίνουν τ᾿ ἅγια μέσα ἀπὸ μυρτιὲς καὶ βάγια.

Ὁ μαρμαρωμένος Βασιλιᾶς

(νεότερο τραγούδι)
Ἔστειλα δυὸ πουλιὰ στὴν κόκκινη μηλιὰ ποὺ λένε τὰ γραμμένα
τὅνα σκοτώθηκε, τ᾿ ἄλλο λαβώθηκε δὲ γύρισε κανένα.
Γιὰ τὸ μαρμαρωμένο βασιλιὰ οὔτε φωνή, οὔτε λαλιά,
τὸν τραγουδάει τώρα στὰ παιδιά, σὰν παραμύθι ἡ γιαγιά.
Ἔστειλα δυὸ πουλιὰ στὴν κόκκινη μηλιὰ δυὸ πετροχελιδόνια,
μὰ κεῖ ἐμμείνανε κι ὄνειρο γίνανε σὲ δακρυσμένα χρόνια.
Γιὰ τὸ μαρμαρωμένο βασιλιὰ οὔτε φωνή, οὔτε λαλιά,
τὸν τραγουδάει τώρα στὰ παιδιά, σὰν παραμύθι ἡ γιαγιά.

Πηγή: http://users.uoa.gr

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ' όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης.
Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.
Το Βυζάντιο σ' εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούλης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μία απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.
Πηγή:sansimera.gr 
Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.
Η είσοδος του Μωάμεθ Β στην Κωνσταντινούπολη (πίνακας του Ζαν-Ζοζέφ Μπενζαμέν Κονστάντ, 19ος αιώνας)Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2.000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού.
Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.
Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, περίπου 70 πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.

Πηγή: www.newsbomb.gr

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Κωνσταντινάτου συμμετείχε με τα χορευτικά του τμήματα στις εκδηλώσεις της Αγίας Ελένης στις 22 Μαΐου. Ευχαριστούμε όλους τους συλλόγους και τους τοπικούς φορείς που μας τιμούν με την πρόσκλησή τους. Ακολουθούν φωτογραφίες: